διαθερμαίνω

διαθερμαίνω
μετ.
1) прогревать; 2) перен. подогревать, возбуждать, разжигать

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "διαθερμαίνω" в других словарях:

  • διαθερμαίνω — (Α διαθερμαίνω) 1. θερμαίνω κάτι σε όλη τη μάζα του 2. σιγοκαίω, κουφοκαίω μσν. 1. (για συζητήσεις) διεξάγομαι με ζωηρότητα ή πείσμα 2. υπερθερμαίνομαι 3. έχω θερμότητα αρχ. παθ. α) εξάπτομαι β) καταλαμβάνομαι από μεγάλο ζήλο …   Dictionary of Greek

  • διαθερμαίνῃ — διαθερμαίνω warm through pres subj mp 2nd sg διαθερμαίνω warm through pres ind mp 2nd sg διαθερμαίνω warm through pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διατεθερμασμένα — διαθερμαίνω warm through perf part mp neut nom/voc/acc pl διατεθερμασμένᾱ , διαθερμαίνω warm through perf part mp fem nom/voc/acc dual διατεθερμασμένᾱ , διαθερμαίνω warm through perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθερμαινομένων — διαθερμαίνω warm through pres part mp fem gen pl διαθερμαίνω warm through pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθερμαινόμεθα — διαθερμαίνω warm through pres ind mp 1st pl διαθερμαίνω warm through imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθερμαινόμενον — διαθερμαίνω warm through pres part mp masc acc sg διαθερμαίνω warm through pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθερμανθέντα — διαθερμαίνω warm through aor part pass neut nom/voc/acc pl διαθερμαίνω warm through aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθερμαῖνον — διαθερμαίνω warm through pres part act masc voc sg διαθερμαίνω warm through pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθερμαίνει — διαθερμαίνω warm through pres ind mp 2nd sg διαθερμαίνω warm through pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθερμαίνομεν — διαθερμαίνω warm through pres ind act 1st pl διαθερμαίνω warm through imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαθερμαίνοντα — διαθερμαίνω warm through pres part act neut nom/voc/acc pl διαθερμαίνω warm through pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»